Τελευταία Νέα
Διεθνή

Κάτι συμβαίνει στη Wall Street… ένας κρίσιμος δείκτης έδωσε σήμα μετά από 155 χρόνια - Η ιστορία δείχνει τι έρχεται

Κάτι συμβαίνει στη Wall Street… ένας κρίσιμος δείκτης έδωσε σήμα μετά από 155 χρόνια - Η ιστορία δείχνει τι έρχεται
Οι μετοχές σε αποτίμηση-σοκ που εμφανίστηκε μόνο μία φορά σε 155 χρόνια – Προ των πυλών νέο χρηματιστηριακό κραχ τύπου 2000;
Οι αμερικανικές χρηματιστηριακές αγορές εμφανίζουν σημάδια αυξημένης νευρικότητας, παρά το γεγονός ότι ο δείκτης S&P 500 εξακολουθεί να καταγράφει άνοδο περίπου 12% από τις αρχές του 2026.
Μετά την επίτευξη νέου ιστορικού υψηλού στις αρχές Οκτωβρίου, ο δείκτης έχει υποχωρήσει σχεδόν κατά 2%, καθώς οι επίμονες πληθωριστικές πιέσεις και η άνοδος των αποδόσεων των ομολόγων προκαλούν ανησυχία στους επενδυτές.
Ακόμη μεγαλύτερες απώλειες καταγράφει ο τεχνολογικός δείκτης Nasdaq Composite, ο οποίος έχει υποχωρήσει περισσότερο από 4% από το πρόσφατο υψηλό του.
Η άνοδος των αποδόσεων των ομολόγων ασκεί εντονότερες πιέσεις στις μετοχές εταιρειών υψηλής ανάπτυξης, ιδίως σε εκείνες που προσφεύγουν όλο και περισσότερο στις αγορές χρέους για τη χρηματοδότηση των δραστηριοτήτων τους.
Την ίδια στιγμή, η βιωσιμότητα της επενδυτικής έκρηξης στην τεχνητή νοημοσύνη εξακολουθεί να προβληματίζει τη Wall Street, καθώς οι αποτιμήσεις των μετοχών βρίσκονται σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα με βάση τα ιστορικά δεδομένα.
Ωστόσο, ένα στοιχείο ξεχωρίζει και ενισχύει τους προβληματισμούς για την πορεία της αγοράς: ο δείκτης αποτίμησης Shiller CAPE παραμένει πάνω από το επίπεδο των 40 μονάδων εδώ και αρκετούς μήνες.
Σύμφωνα με τα διαθέσιμα ιστορικά στοιχεία των τελευταίων 155 ετών, αυτό έχει συμβεί μόνο μία φορά στο παρελθόν, κατά την κορύφωση της φούσκας των εταιρειών του Διαδικτύου στα τέλη της δεκαετίας του 1990.
Η σύγκριση αυτή δεν αποτελεί, ασφαλώς, ιδιαίτερα καθησυχαστικό μήνυμα για τους επενδυτές. Δεν συνιστά, όμως, από μόνη της απόδειξη ότι επίκειται χρηματιστηριακή κατάρρευση.

Τι δείχνει ο δείκτης Shiller CAPE

Ο δείκτης CAPE, γνωστός ως κυκλικά προσαρμοσμένος δείκτης τιμής προς κέρδη (Cyclically Adjusted Price-to-Earnings Ratio), συγκρίνει την τιμή του δείκτη S&P 500 με τον μέσο όρο των κερδών των εταιρειών του κατά την προηγούμενη δεκαετία, αφού αυτά προσαρμοστούν για τον πληθωρισμό.
Σε αντίθεση με τον συμβατικό δείκτη P/E, ο οποίος μπορεί να εμφανίζει μια μετοχή ως υπερτιμημένη ή υποτιμημένη ανάλογα με το αν μια επιχείρηση είχε μια εξαιρετικά καλή ή κακή χρονιά, ο CAPE εξομαλύνει τις βραχυπρόθεσμες διακυμάνσεις.
Με αυτόν τον τρόπο, προσφέρει μια ευρύτερη εικόνα για το επίπεδο των αποτιμήσεων σε βάθος χρόνου.
Ο μακροπρόθεσμος μέσος όρος του δείκτη διαμορφώνεται περίπου στις 17,4 μονάδες. Η σημερινή του τιμή βρίσκεται σε υπερδιπλάσιο επίπεδο.
Το ιστορικό υψηλό καταγράφηκε τον Δεκέμβριο του 1999, όταν ο δείκτης έφθασε στις 44,2 μονάδες.
Λίγους μήνες αργότερα, η φούσκα των εταιρειών του Διαδικτύου έσκασε, πυροδοτώντας μια παρατεταμένη χρηματιστηριακή πτώση, κατά τη διάρκεια της οποίας η αγορά έχασε τελικά σχεδόν το ήμισυ της αξίας της.
Η επανάληψη τόσο υψηλών αποτιμήσεων σήμερα αναζωπυρώνει τις ανησυχίες για το ενδεχόμενο μιας νέας διόρθωσης.
Ωστόσο, η ιστορική συσχέτιση δεν αρκεί για να προσδιοριστούν ούτε ο χρόνος ούτε η ένταση μιας πιθανής υποχώρησης.

Η προειδοποίηση του Warren Buffett και ο δείκτης κεφαλαιοποίησης προς ΑΕΠ

Ο CAPE δεν είναι ο μοναδικός δείκτης που εκπέμπει προειδοποιητικά σήματα για τις αμερικανικές μετοχές.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η σύγκριση της συνολικής χρηματιστηριακής αξίας των αμερικανικών μετοχών με το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) των ΗΠΑ.
Πρόκειται για έναν δείκτη που έγινε ευρύτερα γνωστός μέσα από τις αναφορές του επενδυτικού θρύλου Warren Buffett.
Ο συγκεκριμένος δείκτης διαμορφώνεται σήμερα περίπου στο 244%.
Με άλλα λόγια, η συνολική αξία της χρηματιστηριακής αγοράς υπερβαίνει κατά πολύ το διπλάσιο της ετήσιας οικονομικής παραγωγής των ΗΠΑ.
Μετά τη φούσκα των εταιρειών του Διαδικτύου, όταν ο δείκτης είχε φθάσει έως και το 190%, ο Warren Buffett είχε προειδοποιήσει τους επενδυτές ότι, όταν η συγκεκριμένη αναλογία πλησιάζει το 200%, «παίζετε με τη φωτιά».
Η σημερινή υπέρβαση αυτού του επιπέδου ενισχύει την άποψη ότι οι αποτιμήσεις της αμερικανικής αγοράς έχουν απομακρυνθεί σημαντικά από τα ιστορικά τους δεδομένα.

Γιατί η σημερινή αγορά μπορεί να διαφέρει από τη φούσκα του 2000

Παρά τα ανησυχητικά μηνύματα των δύο δεικτών, υπάρχουν λόγοι για τους οποίους η σημερινή κατάσταση δεν μπορεί να συγκριθεί μηχανιστικά με εκείνη της περιόδου 1999-2000.
Πρώτον, οι αμερικανικές επιχειρήσεις πραγματοποιούν σημαντικό μέρος των εσόδων και των κερδών τους εκτός των ΗΠΑ.
Καθώς όλο και περισσότερες εταιρείες επεκτείνουν τις διεθνείς δραστηριότητές τους, ένα σημαντικό τμήμα της οικονομικής τους αξίας προέρχεται από αγορές που δεν αποτυπώνονται άμεσα στο αμερικανικό ΑΕΠ.
Κατά συνέπεια, η σύγκριση της χρηματιστηριακής κεφαλαιοποίησης με το ΑΕΠ των ΗΠΑ ενδέχεται να υπερεκτιμά τον βαθμό υπερτίμησης, εάν δεν λαμβάνεται υπόψη η διεθνής παρουσία των αμερικανικών επιχειρήσεων.
Δεύτερον, ο CAPE βασίζεται στον μέσο όρο των κερδών μιας δεκαετίας.
Η εξομάλυνση αυτή αποτελεί πλεονέκτημα για την αξιολόγηση των μακροπρόθεσμων τάσεων, αλλά μπορεί να λειτουργήσει και αντίστροφα.
Εάν η τεχνητή νοημοσύνη οδηγήσει σε διατηρήσιμη αύξηση της παραγωγικότητας και των εταιρικών κερδών, οι σημερινές αποτιμήσεις ενδέχεται να εμφανίζονται πιο εύλογες σε βάθος χρόνου, καθώς θα αυξάνεται η κερδοφορία των επιχειρήσεων.
Υπάρχει, παράλληλα, μια ουσιαστική διαφορά σε σχέση με τη φούσκα του Διαδικτύου στα τέλη της δεκαετίας του 1990.
Τότε, σημαντικό μέρος της χρηματιστηριακής ευφορίας αφορούσε εταιρείες με περιορισμένα ή ανύπαρκτα πραγματικά κέρδη.
Αντίθετα, αρκετές από τις μεγαλύτερες εταιρείες που στηρίζουν σήμερα την άνοδο των χρηματιστηριακών δεικτών διαθέτουν ισχυρή κερδοφορία.
Σε αυτή την κατηγορία περιλαμβάνονται επιχειρήσεις όπως η Nvidia και η Alphabet, των οποίων η οικονομική επίδοση διαφοροποιεί τη σημερινή εικόνα από εκείνη της περιόδου της «φούσκας dot-com».
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι αποτιμήσεις είναι δικαιολογημένες σε κάθε επίπεδο, αλλά ότι η σύγκριση με το 2000 χρειάζεται προσεκτική αξιολόγηση.

Χαμηλότερες προσδοκίες, αλλά όχι έξοδος από την αγορά

Τα προειδοποιητικά σημάδια δεν θα πρέπει να αγνοηθούν.
Η αμερικανική χρηματιστηριακή αγορά εμφανίζει χαρακτηριστικά υπερτίμησης, ακόμη και αν οι μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες συνεχίζουν να αυξάνουν τα κέρδη τους.
Ωστόσο, ο δείκτης CAPE δεν αποτελεί εργαλείο πρόβλεψης που μπορεί να προσδιορίσει με ακρίβεια εάν και πότε θα σημειωθεί μια χρηματιστηριακή κατάρρευση.
Χρησιμεύει περισσότερο ως μέτρο αξιολόγησης των μακροπρόθεσμων αποδόσεων και του επιπέδου των αποτιμήσεων.
Με τον CAPE πάνω από τις 40 μονάδες, οι επενδυτές έχουν λόγους να αναπροσαρμόσουν τις προσδοκίες τους για τις αποδόσεις της επόμενης δεκαετίας.
Η ιστορική εμπειρία υποδεικνύει ότι, σε περιβάλλον τόσο υψηλών αποτιμήσεων, η αγορά είναι πιθανό να εμφανίσει χαμηλότερες αποδόσεις σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα.
Αυτό, όμως, δεν ισοδυναμεί με βεβαιότητα για επικείμενο κραχ, ούτε συνεπάγεται ότι οι επενδυτές θα πρέπει να εγκαταλείψουν τις μετοχές.
Σε βάθος χρόνου, η χρηματιστηριακή αγορά έχει αποδειχθεί ένα από τα σημαντικότερα μέσα δημιουργίας πλούτου.
Η διατήρηση μιας πειθαρχημένης επενδυτικής στρατηγικής, η αποφυγή συναισθηματικών αποφάσεων και οι σταδιακές τοποθετήσεις, ανεξάρτητα από τις βραχυπρόθεσμες διακυμάνσεις, μπορούν να αποδειχθούν καθοριστικές για το τελικό αποτέλεσμα.

Τι θα είχε συμβεί με επένδυση 1.000 δολαρίων στην κορυφή της φούσκας dot-com

Ένα ιστορικό παράδειγμα δείχνει γιατί η βραχυπρόθεσμη πτώση δεν σημαίνει απαραίτητα και μακροπρόθεσμη αποτυχία μιας επένδυσης.
Εάν ένας επενδυτής είχε τοποθετήσει 1.000 δολάρια σε ένα διαπραγματεύσιμο αμοιβαίο κεφάλαιο (ETF) που ακολουθεί τον S&P 500 στην πλέον δυσμενή χρονική στιγμή της φούσκας dot-com, δηλαδή στην κορυφή της αγοράς στις 24 Μαρτίου 2000, σήμερα η επένδυσή του θα είχε αξία άνω των 5.000 δολαρίων, χωρίς να συνυπολογίζονται τα μερίσματα.
Το παράδειγμα υπογραμμίζει ότι ακόμη και μια επένδυση που πραγματοποιείται στο χειρότερο δυνατό χρονικό σημείο μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να αποδώσει θετικά σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα.
Το συμπέρασμα δεν είναι ότι οι ζημίες είναι αδύνατες ή ότι όλες οι επενδύσεις θα ανακάμψουν.
Είναι ότι ο χρονικός ορίζοντας, η διαφοροποίηση και η πειθαρχία μπορούν να διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο στη διαχείριση του επενδυτικού κινδύνου.

www.bankingnews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Σχόλια αναγνωστών

Δείτε επίσης